Get Adobe Flash player

Προτάσεις

Newsletter

Γραφτείτε στο Newsletter μας και μείνετε ενημερωμένοι!

Μεσαιωνικό Νεκροταφείο Ιερισσού

 

Αν και οι ανασκαφικές έρευνες στο νεκροταφείο της Ακάνθου άρχισαν γύρω στο 1970, μόλις το 1984 εντοπίσθηκε ένα τμήμα του μεσαιωνικού νεκροταφείου της Ιερισσού, δηλαδή του διαδόχου οικιστικού σχήματος της αρχαίας Ακάνθου.

Στο οικόπεδο 211, δηλ. στο πλησιέστερο προς την αρχαία πόλη από όσα οικόπεδα ερευνήθηκαν, αποκαλύφθηκαν και ερευνήσαμε 38 ταφές, ενώ αργότερα ερευνήθηκαν, από άλλους εναλλασσόμενους συναδέλφους, ανάλογοι αριθμοί τάφων στα όμορα οικόπεδα 212 και 213. Οι παρατηρήσεις και τα συμπεράσματα μας στηρίζονται μόνον στα ευρήματα του οικοπέδου 211.

Οι τάφοι ήταν απλής κατασκευής λάκκοι, σκαμμένοι στο αμμώδες έδαφος των περισσότερων από τους όποιους τα τοιχώματα στηρίζονταν με αργούς πλακοειδείς λίθους ή θραύσματα παλαιοχριστιανικών θωρακίων ή θραύσματα υστερορωμαϊκών σαρκοφάγων, από όμοιο υλικό ήταν και οι καλυπτήριες πλάκες. Ο προσανατολισμός τους ήταν πάντα Δ-Α και κάθε ταφή περιείχε ένα μόνο νεκρό (εκτός από μία παιδική πού είχε δύο) ύπτιο, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος ή, σπανίως, το ένα στο στήθος και το άλλο πάνω στην μέση τής λεκάνης. Στους περισσοτέρους τάφους υπήρχαν οστά ανακομιδής ενός ή περισσοτέρων άτονων (μέχρι τεσσάρων) , τα όποια συνήθως ήταν τοποθετημένα με τάξη πάνω στο νεκρό αλλά μόνον στο κάτω ήμισυ του σώματός του, ή σε θέση αντιστοιχίας ως προς τα μέλη του (κεφάλι + κεφάλι,, κνήμη + κνήμη κλπ).

Βρέθηκαν αρκετά κοσμήματα, χάλκινα τα περισσότερα (ενώτια και δακτύλιοι), λίγα αργυρά (ενώτια) και περιδέρεια από χάνδρες υαλόμαζας. Λίγα νομίσματα (Ακάνθου, αδιάγνωστα - μάλλον ρωμαϊκά, και ένα που βρέθηκαν στα χώματα των επιχώσεων. Κεραμική βρέθηκε μόνον εκτός τάφων ήταν θραύσματα αρχαίων αγγείων και μόνον ένα όστρακο χαρακτηριστικό παλαιοχριστιανικό. Δημοσιευμένα κοσμήματα από όλες τις βαλκανικές χώρες παρόμοια με τα δικά μας, χρονολογούνται από τον 6ον έως τον 12ον αι. μ.Χ.

Σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη ή περιοχή της Ιερισσού ήταν ακατοίκητη προ του 883, όταν στα ερείπια του κάστρου της Ακάνθου ή δίπλα σ' αυτό, ιδρύθηκε ή μονή του Κολοβού.

Το 924 αναφέρονται, για πρώτη φορά σαφώς, κάτοικοι της Ιερισσού και γνωρίζουμε ότι προ τού 959 εγκαταστάθηκαν στην περιοχή οι πολυσυζητημένοι "Σκλάβοι (ή σκλάβοι;) Βούλγαροι". Από την Ιερισσό επίσης προέρχεται το "αρχαιότερο χρονολογημένο γλαγολιτικό κείμενο" (του 982).

Με το εύρημα μας τίθεται και πάλιν το διττών ερώτημα:Α: γύρω στις αρχές του 10ου αι. στην ερημωμένη Άκανθο εγκατεστάθη ένας νέος πληθυσμός, στον οποίον ήταν έντονη (τουλάχιστον) ή σλαβική παρουσία; ή Β: κατά την ίδια εποχή και για λόγους τους οποίους αγνοούμε, ο πληθυσμός της Ακάνθου- Ιερισσού ενισχύθηκε με νέους έποίκους, μεταξύ των οποίον και αριθμός σλάβων;

Ο εντοπισμός του νεκροταφείου μας πιθανώς να είναι η απαρχή της απαντήσεως, προς το παρόν μπορούμε να επισημάνουμε μόνον τα εξής: Θα πρέπει να θεωρηθεί ως βεβαία μία προϊούσα συρρίκνωση του αρχαίου νεκροταφείου και ένα "συμμάζεμά" του προς Ανατολάς, δηλ. προς τα όρια του οικισμού, όπου διατηρήθηκε το νεκροταφείο της Ιερισσού μέχρι τη φοβερή καταστροφή του χωριού από τον σεισμό του 1932. Η διατήρηση της ταφικής παραδόσεως στον ίδιο χώρο επί 26 αιώνες, καθώς και η διατήρηση αρχαίων τοπωνυμίων όπως π.χ. Στρατώνι, νομίζουμε ότι μάς επισημαίνει μία πιθανότατη αδιάπτωτη συνέχιση της ζωής στον ίδιο χώρο.

Υπ’ όψιν ότι στην ίδια περιοχή, πάνω από κλασσικές ταφές, εντοπίσθηκε και το τουρκικό νεκροταφείο του 17ου-18ου αι. Στο το ίδιο συμπέρασμα συνηγορεί και το γεγονός ότι το 982 κάτοικοι της Ιερισσού με σαφώς σλαβικά ονόματα, υπογράφουν ιδιοχείρως με θαυμάσια ελληνικά. Να θεωρήσουμε ότι πρόκειται για αξιοζήλευτα αποτελέσματα κάποιας πιθανής εκπαιδευτικής προσπάθειας της νεοσυστάτου "επισκοπής Έρισσού" ή ότι σ' αυτό συνέβαλε και ή απομόνωση των νεοεγκατασταθέντων αλλοφύλων μέσα σε ένα ελληνικό περιβάλλον;

Η συνέχιση της ανασκαφής πιστεύουμε ότι παρέχει τις μόνες ουσιαστικές πιθανότητες για την απάντηση στα ερωτήματα μας.

 

Πηγή: ΙΩΑΚΕΙΜ Αθ. ΠΑΠΑΓΓΕΛΟΣ
8ο Συμπόσιο Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Αρχαιολογίας και Τέχνης
Περίληψη Συμποσίου
Αθήνα 1988
Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία – ΧΑΕ