Get Adobe Flash player

Προτάσεις

Newsletter

Γραφτείτε στο Newsletter μας και μείνετε ενημερωμένοι!

Στον Άνω Σταυρό

 

Το κείμενο της παρούσας ενότητας προέρχεται εξολοκλήρου απο το βιβλίο του κ. Αθανάσιου Χ. Μπακαλούδη

"Συλεός Πεδίον"  και τον ευχαριστούμε θερμά για την παραχώρησή του αλλά κυρίως για την συγγραφή και την προσφορά του στον τόπο μας.

 

1) Οι Νεράϊδες

 

Οι νεράιδες ήταν πανέμορφες κοπέλες ντυμένες στα λευκά με πέπλο σαν νυφούλες, και η προέλευσή τους θυμίζει τις νύμφες των αρχαίων που ζούσαν στις πηγές και τα δάση. Αυτές ήταν ξανθές με μακριά λιτά μαλλιά που έπεφταν στους ώμους που τα έλουζαν στα νερά που κυλούν στις ρεματιές, κρυμμένες από τα μάτια των ανθρώπων, τους οποίους απέφευγαν, και τριγυρνούσαν σε πυκνά δάση και σε μέρη με νερά.

Υπάρχουν όμως περιπτώσεις που αν δουν κάποιον άνθρωπο εκεί κοντά να θελήσουν να παίξουν μαζί του, και το παιχνίδι εκείνο αυτός που θα τύχει εκείνη την ώρα εκεί θα το πληρώσει πολύ ακριβά. Κρύβονται πίσω από τα δέντρα και φωνάζουν το όνομά του. Αν ο άνθρωπος δεν απαντήσει, τότε αυτό επαναλαμβάνεται τρεις φορές και μετά εξαφανίζονται.. Αλίμονο, όμως αν ο άνθρωπος μιλήσει μια από τις τρεις φορές που ακούει το όνομά του, τότε του παίρνουν τη λαλιά και μένει σε όλη του τη ζωή βουβός. Κλέβουν οι νεράιδες λαλιές , κλέβουν και λογικά.

Αν διαλέξουν κάποιον μπαίνουν από το παράθυρο του σπιτιού του τη νύχτα και τον παίρνουν μαζί τους στις ερημιές που κατοικούν. Εκεί τον κρατάνε τρεις νύχτες και είναι άγνωστο το τι τον κάνουν, γιατί και ο ίδιος μετά δεν θυμάται τίποτε για να διηγηθεί., όμως μετά τον στέλνουν πίσω στο χωριό με σαλεμένα τα λογικά του.

Οι νεράιδες είναι πλάσματα εξώκοσμα και η επαφή με τους ανθρώπους είναι γεμάτη μυστήριο και δέος. Οι ασπρομάλλες γριούλες στο χωριό θυμούνταν ακόμη την παλιά εποχή ένα κάρο με άτια ζωηρά στολισμένα με χρυσά κουδουνάκια. Επάνω μπαούλα σαν της νύφης τα προικιά, και οι ασπροφορεμένες νεράιδες το ακολουθούσαν σιωπηλές. Η πομπή αυτή βάδιζε το δρόμο από τη πλατεία του χωριού προς το τούρκικο αλώνι (όπου σήμερα βρίσκεται το δημοτικό σχολείο) και από εκεί κατηφόριζαν προς τα κάτω. Αυτό συνέβαινε τις νύχτες του χειμώνα όταν όλοι στο χωριό κοιμούνταν βαθιά.

Όμως όταν από κάποια νεράιδα κάποιος κατάφερνε να πάρει ένα αντικείμενο δικό της, το χτένι της ή το πέπλο που το άφηνε κάπου για να λουστεί στα νερά, τότε η νεράιδα τον ακολουθούσε παντού και γίνονταν γυναίκα του. Έκαμνε μαζί του παιδιά (τα νεραϊδογεννημένα), αλλά αν κατάφερνε να ξαναπάρει ότι της έκλεψαν έφευγε και πάλι για να πάει να βρει τις συντρόφισσες της στα δάση και τα νερά όπου ζούσαν.

 

2) Το Στοιό

 

Εκτός όμως από τις νεράιδες, που δεν ήταν τόσο φοβερές, όσο γεμάτες από μυστήριο, υπήρχαν και τα στοιά, (λέξη που προφανώς προέρχεται από το στοιχειό) . Το στοιό είναι φοβερό στην όψη και προκαλεί καταστροφές γιατί είναι πονηρό πνεύμα και μισάνθρωπο. Απαντιόνταν συνήθως τη νύχτα, και επιβουλεύονταν τους ανθρώπους που ήθελαν να βλάψουν όταν τον συναντούσαν.

Το απαίσιο στοιό που το έλεγαν και ίσκιο, πήγαινε παντού και αλίμονο σε εκείνον που συναντούσαν. Ειδικά, όμως προτιμούσαν ορισμένα μέρη, και κυρίως στα σύνορα δυο χωραφιών. (Η εξήγηση είναι ότι για τα όρια των χωραφιών συνέβαινε πολλές φορές να υπάρχουν διαμάχες μεταξύ των κατοίκων και να έχουν συμβεί πολλές αδικίες από πολλούς που άδικα σφετερίζονταν ξένη γη για να μεγαλώσουν έτσι το χωράφι τους). Οι άνθρωποι παίρνουν πολλές προφυλάξεις όταν είναι αναγκασμένοι να περάσουν από εκεί η να διανυκτερεύσουν. Πολλές φορές θέλουν να τρομοκρατήσουν τον άνθρωπο και ρίχνουν πέτρες ή επαναλαμβάνουν μια χειρονομία του ή ένα νεύμα του.

Μια αυθεντική διήγηση για το συναπάντημα κάποιου χωρικού με ένα στοιό είναι η παρακάτω: Ήμαν στου χωράφ' κι ζιυγάρζα (όργωνα) και όταν έκατσα κι άναψα φουτιά να πυρουθώ (ζεσταθώ), κι τη σντραύλιζα (ανακάτευα τα ξύλα), σήκουσα του κιφάλι μ' και γλιέπου μπρουστά μ' ένα στοιό. Απου ώρα σι ώρα πιρίμινα να γιρουντίξ' (να ορμίσει) κι να μι αρπάξ', μα κείνου μι έχταζι (με κοίταζε) μονάχα κι πυρώνουνταν. Στέκουνταν πουλύ ώρα έτσ' κι σαν κουνούσα ιγώ του χέρι μ', του κουνούσι κι κείνου. Σντραύλιζα ιγώ τ' φουτιά, την σντραύλιζι κι κείνου. Πάει είπα, τώρα ήρτι η ώρα μ'. . .Μα όταν έκανα του σταυρό μ', χάθκι σα πλί, κι άφσι σια πίσου τ' μια φουτιά.

 

3) Οι Σαββατιανοί

 

Στο χωριό δεν βρικολακιάζει κανένας πεθαμένος και αυτό οφείλεται στους σαββατιανούς. Οι σαββατιανοί, μυστήρια όντα και αυτά, μοιάζουν με γάτες και τριγυρνούν στα μνήματα. Αν κάποιος πεθαμένος έχει τάσεις να βρικολακιάσει, τότε δουλειά των άκακων κατά τα άλλα σαββατιανών είναι να τον πνίγουν. Τους λένε σαββατιανούς γιατί τους βλέπουν μόνο οι σαββατογεννημένοι.

Στο γειτονικό, λένε, χωριό, τα Βρασνά οι πεθαμένοι βρικολακιάζουν πολύ, γι' αυτό έστελναν σαββατογεννημένους στο Σταυρό και τους μάζευαν σε σακιά και τους πήγαιναν στα μνήματα του χωριού τους. Τις μεγάλες γιορτές, όπως τα Χριστούγεννα ή την Μεγάλη Εβδομάδα που η καμπάνα της εκκλησίας χτυπούσε τη νύχτα ακούγονταν συχνά στο δρόμο για την εκκλησία, όπου κοντά υπήρχε το νεκροταφείο να φωνάζουν μερικά παιδάκια "μάνα . . . μια γάτα στα πουδάρια σ'", και επειδή η μάνα η ίδια δεν την έβλεπε και γνώριζε ότι το παιδί της ήταν σαββατογεννημένο του έλεγε " μην φοβάσαι παιδί μ'. . . σαββατιανός θα είναι". Οι σαββατιανοί δεν έβλεπαν και γι αυτό προσκρούανε στα πόδια των διαβατών, όμως σε κανέναν δεν έκαμναν κακό.

 

4) Οι Λαγωνίκες

 

Οι λαγωνίκες μυστηριώδη όντα και αυτές έμοιαζαν με σκύλους. Αυτές έμπαιναν μπροστά στους διαβάτες και έκαναν τους ανθρώπους να μπερδεύουν το δρόμο τους και να χάνονται

 

'Αλλες Δοξασίες και Προλήψεις

 

Την Τρίτη μέρα της εβδομάδας τη θεωρούσαν γρουσούζικη και γι' αυτό δεν άρχιζαν κανένα σημαντικό έργο, και δεν επιχειρούσαν να ταξιδέψουν την ημέρα αυτή.

Το λάλημα της κουκουβάγιας σε ένα σπίτι θεωρούνταν δυσοίωνο γεγονός και πίστευαν ότι κάποια συμφορά θα έρθει στο σπίτι αυτό. Επίσης, όταν οι κότες λαλούσαν όπως ο πετεινός, κάποια συμφορά αναμένονταν.

Όταν κάποιος ζητούσε μαχαίρι ή ψαλίδι δεν του το έδιναν στο χέρι αλλά το άφηναν κάπου για να το πάρει ο ίδιος, επειδή το θεωρούσαν κακό.

Όταν κρεμούσαν ανάποδα κάποια χελώνα, τότε θα έβρεχε, ενώ αντίθετα για να σταματήσει η βροχή έπρεπε να πυροβολήσουν προς τον συννεφιασμένο ουρανό.

Όταν ξυπνούσαν το πρωί και έπιαναν το κεφάλι τους ξεχνούσαν τα όνειρα που έβλεπαν κατά τον ύπνο τους.

Δεν σκούπιζαν μετά την αναχώρηση κάποιου που ξενιτευόταν γιατί αυτός δεν θα ξαναγύριζε.

Η πυροστιά δεν έπρεπε να μένει στημένη χωρίς επάνω τη κατσαρόλα, όπως και το ψαλίδι δεν έπρεπε να μένει ανοιχτό , όταν δεν χρησιμοποιούνταν.

Το δίσεκτο έτος δεν παντρεύονταν γιατί θεωρούνταν γουρσούζικο.

Τη νύχτα δεν καθρεπτίζονταν ούτε σφύριζαν για να μην μαζευτούν οι διαβόλοι.

Πρόσεχαν να μην περάσουν πάνω από παιδί, γιατί μετά το παιδί δεν μεγαλώνει.

Δεν σταύρωναν τα χέρια, γιατί έτσι σταυρώνονταν η τύχη.

Του Αϊ-Γιάννη δεν έτρωγαν καρπούζι ή κόκκινα σταφύλια, γιατί το κόκκινο θύμιζε το αίμα της αποκεφάλισης του Αγίου. Επίσης την παραμονή του Αϊ-Γιάννη οι κοπέλες έκαναν το έθιμο του κλήδονα, που παρατηρείται και σε άλλα μέρη της πατρίδας μας.

Την πρώτη Μαρτίου έδεναν μια ασπροκόκκινη κλωστή στο χέρι για να μην μαυρίσουν.

Οι ειρηνικοί και φιλήσυχοι αυτοί άνθρωποι, με την ιστορία τους που χάνεται στα βάθη των αιώνων και τον πλούτο των παραδόσεων, διέθεταν μεγάλη φαντασία. Γεννιούνται, ανατρέφονται, ζουν και πεθαίνουν με μύθους και με ξωτικά. Απαντούν τις νεράιδες και τα στοιά, αντιμετωπίζουν τον κακό αέρα και το ντιντέλικο και μπερδεύονται στα πόδια τους οι σαββατιανοί.

Βάζουν γλυκό και ζαχαρωτά εκεί που τους συνέβη κάποιο κακό για να συμφιλιωθούν με το κακό πνεύμα που τους επιβουλεύεται. Και τις ατέλειωτες νύχτες του χειμώνα, στα νυχτέρια γεμάτοι δέος και ακράδαντη πίστη σε αυτά που λένε, διηγούνται απίθανες ιστορίες για φαντάσματα, ανθρώπους χωρίς κεφάλια που τρέχουν, και μαύρες διαολόσταλτες λαγωνίκες που παραπλανούν των διαβατών το δρόμο και με το άγριο ουρλιαχτό τους φέρνουν κακό μήνυμα.

Και το βράδυ, τα παιδιά του χωριού αφού συζητήσουν ότι αφουγκράστηκαν από τις διηγήσεις των μεγάλων, μαζεμένα στη πλατεία του χωριού, δοκιμάζουν το θάρρος τους βάζοντας στοίχημα ποιος θα είναι εκείνος που θα τολμήσει να πάει μέχρι το κοιμητήριο τις σκοτεινές νύχτες και να φέρει ένα κρανίο πεθαμένου.

 

πηγή: Συλεός Πεδίον