Get Adobe Flash player

Προτάσεις

Newsletter

Γραφτείτε στο Newsletter μας και μείνετε ενημερωμένοι!

Λιοτόπι Ρουτσχέλη

Λιοτπόπι Ρουτσχέλη

 

Στο 85ο χιλιόμετρο της σημερινής Εθνικής οδού Θεσσαλονίκης-Καβάλας, 2 χλμ. περίπου ανατολικά της Ασπροβάλτας, γνωστή με το τοπωνύμιο "Λιοτόπι Ρουτσχέλη", κατά τις εργασίες διάνοιξης της σύγχρονης Εγνατίας οδού ανασκάφτηκε οικοδόμημα ύστερων κλασικών-πρώιμων ελληνιστικών χρόνων. Πρόκειται για ένα αυτόνομο, καλά οργανωμένο συγκρότημα συνολικής έκτασης πάνω από 3,5 στρέμματα στις χαμηλές υπώρειες του ανάγλυφου του Κερδυλλίου όρους, με εξαίρετη θέα στο Στρυμονικό κόλπο, που απλώνεται μπροστά του, αλλά και απόλυτη εποπτεία στη πεδινή λωρίδα γης ανάμεσα στη θάλασσα και το όρος.

 

Το συγκρότημα με την αυτονομία του δεσπόζει στην περιοχή. Είναι φανερό, άλλωστε, ότι δημιουργήθηκε σε καίρια θέση ελέγχου του χερσαίου περάσματος προς τη Θράκη και ταυτόχρονα όλης της πεδινής έκτασης γύρω του, που θα αποτελούσε και το ζωτικό του χώρο αγροτικής εκμετάλλευσης. Πιθανότατα ιδρύθηκε στην εποχή του Φιλίππου Β', ο οποίος στα πλαίσια της πολιτικής του για πλήρη έλεγχο των κατακτημένων εδαφών, εγκαθιστούσε εταίρους στην περιοχή παραχωρώντας τους γη.

Στο συγκρότημα διαπιστώθηκαν τρεις κύριες οικοδομικές φάσεις με μικρές χρονικά αποστάσεις μεταξύ τους. Στην πρώτη περίοδο οικοδόμησης το αγροτόσπιτο είναι τετράγωνης κάτοψης, μικρών σχετικά διαστάσεων, και διαμορφώνεται με μια παστάδα, εμβαδού 76,89τ.μ., μπροστά από μια επιμήκη εσωτερική αυλή στην οποία ανοίγονται δωμάτια στα ανατολικά και νότια. Η είσοδος στη φάση αυτή βρισκόταν στα ανατολικά. Στη φάση αυτή το αγροτόσπιτο έχει πολλές ομοιότητες με τη γνωστή αγροικία από τη Βάρη της Αττικής.

 

Πολύ σύντομα φαίνεται πως το οικοδόμημα δεν επαρκεί για τις ανάγκες των κατοίκων του και γίνεται μια ριζική αναδιοργάνωσή του. Στη δεύτερη αυτή φάση αυτή η πρώην παστάδα και τώρα πλέον κεντρικό διώροφο κτίριο-πύργος αποκτά από τα νότια μια διπλή ενισχυμένη είσοδο ασφαλείας, λαβυρινθοειδούς κάτοψης, με πόρτα από τα πλάγια, για καθαρά αμυντικούς λόγους. Το κεντρικό αυτό "πυργόσπιτο" περιβάλλεται από πλακοστρωμένους διαδρόμους, υπαίθριους.

 

Σε αυτήν την έκταση θα πρέπει να προστεθούν και άλλα 456τ.μ. μιας αυλής, στα ανατολικά και άλλης μιας στα βόρεια, εμβαδού 440τ.μ., έτσι ώστε η μέχρι στιγμής έκταση που καταλαμβάνει το συγκρότημα αυτό να ανέρχεται στα 3,5 στρ. Και οι δυο αυλές ορίζονται από μεγάλους αργολιθοδομικούς ογκόλιθους και έχουν ως δάπεδο το φυσικό βράχο. Στη βόρεια πλευρά της βόρειας αυλής εντοπίστηκε ένας τοίχος παράλληλος με τον εξωτερικό τοίχο και ένα υποτυπώδες δάπεδο. Η χρήση τους δεν προσδιορίστηκε, πιθανότατα όμως χρησιμοποιήθηκαν για εκτροφή και σταβλισμό ζώων.

 

Σε μια τρίτη φάση προστέθηκαν στο συγκρότημα χώροι στα νότια για βοηθητικές χρήσεις, συνολικών εμβαδών 89,675τ.μ. και 26,98τ.μ., με αποτέλεσμα το όλο συγκρότημα με το κεντρικό πυργόσπιτο και τα περιμετρικά δωμάτια να αποκτήσει εμβαδόν 914,65τ.μ. Ο ένας από τους χώρους που προσκτίστηκε, χρησιμοποιήθηκε αναμφίβολα ως οπτάνιο, όπως μαρτυρεί η κεντρική εστία που ανασκάφτηκε εκεί, ενώ δύο άλλοι χώροι της ίδιας επέκτασης είχαν εργαστηριακή χρήση, όπως μαρτυρούν τα πολλά υπολείμματα επεξεργασίας μεταλλευμάτων.

 

Στην τελευταία φάση δόμησης του συγκροτήματος προστέθηκε μπροστά από την είσοδο ένας μικρός στεγασμένος προθάλαμος, που καθώς προεξείχε του εξωτερικού δυτικού τοίχου του συγκροτήματος, προσέδιδε στην είσοδο μνημειακή όψη και εξασφάλιζε προστασία από τις καιρικές συνθήκες στους εισερχόμενους και εξερχόμενους από το συγκρότημα.

 

Στα νοτιοανατολικά και στα νοτιοδυτικά ανασκάφτηκαν πολύ κοντά με το συγκρότημα άλλοι δύο χώροι με ναόσχημη κάτοψη, χωρίς όμως να δώσουν και τα αντίστοιχα κινητά ευρήματα, ώστε να τεκμηριωθεί αυτή η ερμηνεία. Θα μπορούσαν κάλλιστα, επίσης, να αποτελούν μικρές φρουρές για την προστασία του συγκροτήματος. Πολύ κοντά στο νότιο ναόσχημο κτίριο αποκαλύφθηκε ένας αποθέτης που περιβάλλεται από κυκλική αργολιθοδομική κατασκευή, η χρήση της οποίας επίσης είναι δύσκολο να προσδιοριστεί.

 

Ίσως πρόκειται για κατάλοιπα λατρευτικών διαδικασιών, για έναν υπαίθριο δηλαδή, εκτός συγκροτήματος, χώρο λατρείας, χωρίς να αποκλείεται και κάποια πολύ πιο πρακτική χρήση, αγροτικής φύσεως. Είναι, δηλαδή, εξίσου πιθανόν να πρόκειται απλώς για ένα αλώνι, όπου άλεθαν την ετήσια σοδειά των σιτηρών του συγκροτήματος, ή ακόμη και για έναν συνδυασμό και των δύο, αγροτική διαδικασία και παράλληλα λατρεία θεοτήτων γονιμότητας και καρποφορίας.

 

Τα κινητά ευρήματα της ανασκαφής δεν είναι ιδιαίτερα πολλά, κυρίως μέσα από τους χώρους, με αποτέλεσμα δύσκολα να προσδιορίζεται η χρήση τους. Κάποιοι χώροι, όπως αυτός στα νότια της δυτικής εισόδου του συγκροτήματος, ήταν αποθηκευτικοί, εξοπλισμένοι με μεγάλα πιθάρια, από τα οποία ένα τοποθετημένο σε λάξευμα του φυσικού βράχου. Σε ορισμένους βρέθηκαν πάγκοι κατασκευασμένοι από το συμφυή στο δωμάτιο βράχο, που λαξεύτηκαν μέχρι το επίπεδο του καθίσματος.

 

Έτσι, δύσκολα μπορεί κανείς να μιλήσει και για τη χρήση του όλου συγκροτήματος, αν και από τη διάταξη των χώρων του και την τοπογραφική του θέση, η ερμηνεία του ως μια πολύ καλά οργανωμένη αγροικία είναι πολύ πιθανή, χωρίς να αποκλείεται και η χρησιμοποίησή του, τουλάχιστον για κάποιο χρονικό διάστημα, για φιλοξενία των διερχόμενων από την περιοχή.

 

Τα λυχνάρια της ανασκαφής μας δίνουν ένα χρονολογικό πλαίσιο κατασκευής και χρήσης του χώρου ανάμεσα στα τέλη του 4ου αι. π.χ. μέχρι τα χρόνια του Αντιγόνου Γονατά (278-239 π.χ.), το οποίο ενισχύεται από τα νομίσματα, που χρονολογούνται από την εποχή του Φιλίππου Β' (359-336 π.χ.) μέχρι το 240-230 π.χ. περίπου. Η εγκατάλειψή του θα πρέπει ίσως να συνδυαστεί με την παρουσία των Γαλατών στη Μακεδονία.

 

Μαζί με το φρούριο που ανασκάφτηκε το 1992 93,3 χλμ. δυτικότερα, στην περιοχή των Βρασνών αποτελούν δύο πολύ χαρακτηριστικά παραδείγματα μεγάλων αγροικιών με πλούσια αγροκτήματα γύρω τους και δίνουν σημαντικά στοιχεία για τη διαχείριση της γης στους ύστερους κλασικούς και προπαντός στους ελληνιστικούς χρόνους, υποδεικνύοντας ίσως ένα πρωτογενές "φεουδαρχικό" σύστημα διοίκησης.