Get Adobe Flash player
Προτάσεις

Newsletter

Γραφτείτε στο Newsletter μας και μείνετε ενημερωμένοι!

Ρένκιοϊ

Άποψη των στενών των Δαρδανελείων από το Ίντεπε

 

Στην είσοδο του Ελλησπόντου, κοντά στην αρχαία Τροία και ένα μόλις χλμ. από την αρχαία πόλη του Οφρυνίου ήταν κτισμένος ο οικισμός του Ρένκιοϊ, το όνομα του οποίου σήμαινε στα τούρκικα χωριό των ερειπίων. Απείχε ενάμισι περίπου χιλιόμετρο από τη θάλασσα και ήταν κτισμένο αμφιθεατρικά, μέσα σε μια καταπράσινη περιοχή από βελανιδιές και πευκώνες, σε ύψωμα 150 περίπου μέτρων. Είχε υγιεινό κλίμα, με βαρύ χειμώνα και δροσερό καλοκαίρι.

 

Από το υψηλότερο σημείο του οικισμού, φαινόταν το Τρωικό πεδίο, τα Δαρδανέλια, η Λάμψακος, η Καλλίπολη, τα νησιά του Βόρειου Αιγαίου και το Άγιον Όρος. Ο οικισμός αποτελούμενος από 5.000 περίπου κατοίκους, όλους Έλληνες Χριστιανούς. Η γλώσσα που χρησιμοποιούνταν ήταν η Ελληνική και πιο συγκεκριμένα το τοπικό ιδίωμα έμοιαζε με αυτό της Μυτιλήνης.

 

Το Ρένκιοϊ ήταν χτισμένο σε μαχαλάδες με δρόμους στενούς, τα λεγόμενα καλντερίμια, στρωμένους με κάτασπρες πέτρες. Στο κέντρο του χωριού υπήρχε ο μαχαλάς του Αγίου Γεωργίου με την κεντρική πλατεία του οικισμού και την αγορά. Προς την πλευρά της θάλασσας ήταν ο μαχαλάς της Ακαμάτρας ενώ στην αντίθετη πλευρά υπήρχε ο μαχαλάς του κονακίου, που πήρε το όνομα του από το κονάκι, το διοικητήριο δηλ. του Τούρκου Διοικητή.

 

Τα σπίτια, κτισμένα το ένα δίπλα στο άλλο, ήταν πέτρινα, τα περισσότερα από τα οποία διώροφα. Διέθεταν πλακόστρωτη αυλή, αποθήκες και φάμπρικες, τους χώρους δηλαδή στους οποίους παρασκεύαζαν ούζο και κρασί. Οι ταράτσες και τα πεζούλια των σπιτιών ήταν στολισμένα με αμέτρητες γλάστρες.

 

Στο χωριό υπήρχαν δύο ναοί: του Αγίου Γεωργίου, που ήταν και ο μητροπολιτικός ναός, και της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, που λειτουργούσε μόνο την ημέρα που εόρταζε δηλ. τον δεκαπεντάυγουστο. Ο Άγιος Γεώργιος είχε σχήμα σταυροειδές χωρίς τρούλο ενώ το καμπαναριό του, που καταστράφηκε από τους Τούρκους στο διωγμό του 1914, ήταν κτισμένο από λαξευτή πέτρα. Στο ναό φυλάσσονταν η παλιά θαυματουργή εικόνα του Αγίου Γεωργίου, την οποία ακόμη και οι Τούρκοι πίστευαν και έφερναν σε αυτήν τάματα, φτιαγμένη από ασήμι και χρυσό.

 

Κάθε χρόνο, στις 23 Απριλίου, γινόταν μεγάλο πανηγύρι με την παρουσία του μητροπολίτη και πολλών προσκυνητών από το Τσανάκκαλε, την Μάδυτο, την Ίμβρο και την Τένεδο. Ο ναός εξέδιδε μέχρι και δικά του νομίσματα που από τη μια πλευρά τους είχαν την όψη του Αγίου και από την άλλη το Σταυρό και την επιγραφή "Άγιος Γεώργιος Οφρυνίου".

 

Εκτός του οικισμού, υπήρχαν κάποιες τοποθεσίες σημαντικές για τους κατοίκους του. Πιο ονομαστές ήταν: το Μπιέτ, όπου υπήρχε το εκκλησάκι και το αγίασμα του Αϊ-Γιάννη. Το Τσαμλίκι, μια πευκόφυτη τοποθεσία που ήταν τόπος παραθερισμού πασάδων από την πόλη. Το Παλαιόκαστρο, μια θέση όπου οι Γερμανοί εγκατέστησαν κανόνια για να ελέγχουν τη ναυσιπλοΐα στον Ελλήσποντο. Το Σαρκί, όπου σύμφωνα με την παράδοση υπήρχαν οι τάφοι του Αχιλλέα και του Πάτροκλου. H Καραντίνα, το επίνειο του Ρένκιοϊ, όπου υπήρχε ειδική υπηρεσία που έλεγχε τα πλοία που ανηφόριζαν προς την Κωνσταντινούπολη για τυχόν μολυσματικές ασθένειες.

 

Από τον όμορφο αυτόν τόπο, οι Ρενκιότες αναγκάστηκαν να φύγουν δύο φόρες. Την πρώτη μετά τα γεγονότα του 1914, οι πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν σε αγροτικές και αστικές περιοχές σε όλη την Ελληνική επικράτεια: Αθήνα, Λαμία, Κύμη, Καλαμάτα, Τρίπολη, Άργος, Χαλκίδα, Κρήτη, Κεφαλονιά, Αγρίνιο. Μετά τον δεύτερο διωγμό, του 1922, οι περισσότερες οικογένειες του Ρένκιοϊ συγκεντρώθηκαν στην Ασπροβάλτα, τα κάτω Λακκοβίκια του νομού Καβάλας και την Νίκαια του Πειραιά.

 

Τον Σεπτέμβριο του 1923 έφτασαν στον Σταυρό, με το καράβι "Ελπιδοφόρος", 54 οικογένειες από το Ρένκιοϊ που είχαν καταφύγει στην Ίμβρο. Στην τοποθεσία αυτή όμως είχαν ήδη εγκατασταθεί πρόσφυγες από το Κατιρλί της Βιθυνίας, γι' αυτό και επέλεξαν μια περιοχή περίπου 7 χιλιόμετρα μακριά από το Σταυρό. Η πρώτη χρονιά των προσφύγων στη μητέρα πατρίδα υπήρξε δύσκολη. Παρόλο που η πρώτη μέριμνα των κατοίκων ήταν να καθαρίσουν το πηγάδι, γύρω από το οποίο εγκαταστάθηκαν, για να έχουν πόσιμο νερό, η ελονοσία άρχισε να τους θερίζει. Τα προβλήματα μεγάλωσαν με την έλευση του χειμώνα, όταν στις αρρώστιες, την πείνα και την εξαθλίωση προστέθηκε το ψύχος.

 

Λύσεις στα προβλήματα άρχισε να δίνει σταδιακά το ελληνικό κράτος. Δόθηκαν στους πρόσφυγες ξυλεία και κεραμίδια για να ξεκινήσουν οι ίδιοι και να ολοκληρώσει λίγο αργότερα η γερμανική εταιρεία D.H.T.G. την κατασκευή των σπιτιών. Έτσι αφού ολοκληρώθηκε το σχέδιο της ρυμοτομίας μοιράστηκαν, με κλήρο, τα οικόπεδα στους πρόσφυγες ενώ με τον ίδιο τρόπο μοιράστηκαν και τα χωράφια.

 

Η θέση του οικισμού πάνω σε μια σημαντικότατη οδική αρτηρία προσέφερε στους πρόσφυγες μεγάλες δυνατότητες ανάπτυξης. Σύντομα τα πρώτα μπακάλικα πολλαπλασιάστηκαν και απέφεραν έσοδα από τους πολλούς περαστικούς. Τα έτη 1927-28 αποφασίστηκε και πραγματοποιήθηκε τα επόμενα χρόνια το χτίσιμο της Εκκλησίας και του Σχολείου του νέου οικισμού, με την συμμετοχή σχεδόν όλων των κατοίκων.

 

Τα δύσκολα χρόνια από το 1924 έως το 1940 ακολούθησαν τα χρόνια του πολέμου, της γερμανικής κατοχής και του εμφυλίου. Από το 1955-56 αρχίζει η τουριστική ανάπτυξη της Ασπροβάλτας. Σήμερα στον οικισμό αυτό υπάρχουν χιλιάδες παραθεριστικές κατοικίες, ενώ το καλοκαίρι την επισκέπτονται 50.000 έως 60.000 τουρίστες. Η περιοχή έχει πλέον μεταμορφωθεί σε ένα από τα μεγαλύτερα θέρετρα της χώρας, με πολλές τουριστικές επιχειρήσεις και πλήθος ενοικιαζόμενων δωματίων.